ανακεφαλαιωτικός

[анакефалэотикос] εκ. повторительный, подытоживающий,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανακεφαλαιωτικός" в других словарях:

  • ἀνακεφαλαιωτικός — fit for summing up masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακεφαλαιωτικός — ή, ό (Α ἀνακεφαλαιωτικός, ή, όν) [ἀνακεφαλαιοῡμαι] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ανακεφαλαίωση μσν. επίρρ. ἀνακεφαλαιωτικῶς περιληπτικά αρχ. ο κατάλληλος για ανακεφαλαίωση, για περίληψη …   Dictionary of Greek

  • ἀνακεφαλαιωτικά — ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up neut nom/voc/acc pl ἀνακεφαλαιωτικά̱ , ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up fem nom/voc/acc dual ἀνακεφαλαιωτικά̱ , ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεφαλαιωτικόν — ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up masc acc sg ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεφαλαιωτική — ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεφαλαιωτικήν — ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεφαλαιωτικῶς — ἀνακεφαλαιωτικός fit for summing up adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακεφαλαιώνω — (Α και ἀνακεφαλαιοῡμαι, όομαι), επαναλαμβάνω τα προαναφερθέντα τονίζοντας τα κύρια σημεία, κάνω συνοπτική επανάληψη, περίληψη νεοελλ. ενσωματώνω τους τόκους στο κεφάλαιο και ανατοκίζω το νέο ποσόν. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κεφαλαιοῦμαι. ΠΑΡ.… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.